Η απώλεια δεν αφορά µόνο τον θάνατο. Μπορεί να πάρει πολλές µορφές: την αποµάκρυνση ενός γονέα λόγω χωρισµού, τη µετακόµιση σε νέο περιβάλλον, την αλλαγή σχολείου, την απώλεια φίλων ή τη µεταβολή µιας σηµαντικής ρουτίνας που πρόσφερε ασφάλεια. Για ένα παιδί, κάθε µετάβαση που διακόπτει τη συνέχεια και τη γνωστή του πραγµατικότητα µπορεί να βιωθεί ως απώλεια.
Η ασφάλεια του παιδιού θεµελιώνεται στη σταθερότητα των σχέσεων µε τα βασικά πρόσωπα φροντίδας. Όταν µια αλλαγή διαταράσσει αυτή τη σταθερότητα, το παιδί µπορεί να εµφανίσει άγχος, σύγχυση ή συµπεριφορές αναζήτησης εγγύτητας, ακόµα και παλινδροµήσεις σε στάδια ανάπτυξης που είχαν κατακτηθεί µε επιτυχία στο παρελθόν. Αυτές οι αντιδράσεις δεν είναι ενδείξεις «αδυναµίας», αλλά προσπάθειες του παιδιού να προσαρµοστεί σε µια νέα πραγµατικότητα.
Η κατανόηση της απώλειας επηρεάζεται σηµαντικά από το αναπτυξιακό στάδιο. Τα µικρότερα παιδιά (προσχολική ηλικία) συχνά αντιλαµβάνονται τις αλλαγές µέσα από προσωπικές ή µαγικές εξηγήσεις, πιστεύοντας ότι κάποια δική τους πράξη µπορεί να τις προκάλεσε. Στο δηµοτικό, το παιδί κατανοεί καλύτερα τις σχέσεις αιτίου – αιτιατού αλλά δυσκολεύεται να εκφράσει περίπλοκα συναισθήµατα. Στην εφηβεία, η απώλεια αποκτά υπαρξιακό περιεχόµενο και µπορεί να επηρεάσει την ταυτότητα και τις σχέσεις µε τους συνοµηλίκους.
Η κατανόηση της απώλειας από τα παιδιά εξαρτάται σε µεγάλο βαθµό από το στάδιο ανάπτυξής τους.
Τα µικρότερα παιδιά λειτουργούν µέσα από φαντασία και εγωκεντρική σκέψη. Δεν µπορούν εύκολα να ξεχωρίσουν τι είναι πραγµατικό και τι όχι, ενώ συχνά θεωρούν ότι όσα συµβαίνουν γύρω τους σχετίζονται άµεσα µε τα ίδια. Γι’ αυτό και σε µια αλλαγή ή απώλεια µπορεί να πιστέψουν ότι κάποια δική τους πράξη ή σκέψη προκάλεσε το γεγονός. Δεν έχουν ακόµη την έννοια της µονιµότητας του αντικειµένου, οπότε η απώλεια βιώνεται αποσπασµατικά: τη θυµούνται, την ξεχνούν, την ξαναφέρνουν στο παιχνίδι τους, προσπαθώντας έτσι να της δώσουν νόηµα. Η συµπεριφορά τους µπορεί να µοιάζει παλινδροµική – να ξαναζητούν συνεχή εγγύτητα ή να εµφανίζουν άγχος – όχι επειδή δεν «αντέχουν», αλλά επειδή δεν έχουν άλλον τρόπο να εκφράσουν το βίωµά τους.
Στο δηµοτικό, τα παιδιά αρχίζουν να κατανοούν καλύτερα τις σχέσεις αιτίου και αποτελέσµατος και αντιλαµβάνονται ότι µια απώλεια είναι πραγµατικό γεγονός. Μπορούν να συλλάβουν την έννοια της µονιµότητας του αντικειµένου, όµως δυσκολεύονται ακόµη να διαχειριστούν σύνθετα συναισθήµατα όπως θυµό, φόβο, ενοχή ή λύπη. Συχνά αυτά τα συναισθήµατα δεν εκφράζονται λεκτικά, αλλά µέσα από τη συµπεριφορά: αλλαγές στη σχολική επίδοση, κοινωνική απόσυρση, έντονη ευερεθιστότητα ή σωµατικά συµπτώµατα. Παρόλο που ζητούν ξεκάθαρες εξηγήσεις, µπορεί ταυτόχρονα να διστάζουν να ρωτήσουν ή να µιλήσουν από φόβο µήπως στενοχωρήσουν έναν γονέα. Γι’ αυτό συχνά οι αντιδράσεις τους εµφανίζονται µε καθυστέρηση, όταν νιώσουν και πάλι ασφαλείς.
Στην εφηβεία, η απώλεια αποκτά ένα πιο βαθύ και υπαρξιακό νόηµα.
Οι έφηβοι έχουν πλέον την ικανότητα αφηρηµένης σκέψης και επεξεργάζονται την απώλεια σε σχέση µε την ταυτότητά τους και το µέλλον τους. Μπορεί να αµφισβητήσουν έντονα τον εαυτό τους, τις σχέσεις τους και τις σταθερές της ζωής τους. Η απώλεια µπορεί να προκαλέσει αναστάτωση στις φιλίες, στις σχολικές τους επιδόσεις ή στον τρόπο που βλέπουν τον κόσµο. Συχνά δοκιµάζουν τρόπους διαχείρισης που µοιάζουν αντιφατικοί: άλλοτε αποµακρύνονται, άλλοτε ζητούν έντονη στήριξη, ενώ µπορεί να καταφύγουν σε συµπεριφορές ρίσκου, σε µια προσπάθεια να διαχειριστούν την ένταση ή το κενό που νιώθουν. Παρότι στρέφονται κυρίως προς τους συνοµηλίκους, η παρουσία ενός σταθερού, διαθέσιµου ενήλικα είναι καθοριστική.
Σε κάθε στάδιο ανάπτυξης, η απώλεια δεν αφορά µόνο το παιδί αλλά και το ευρύτερο οικογενειακό σύστηµα.
Ο τρόπος που οι ενήλικες αντιµετωπίζουν τις δικές τους δυσκολίες, η ικανότητά τους να παραµένουν συναισθηµατικά παρόντες και η συνέπεια στις καθηµερινές ρουτίνες λειτουργούν ως ισχυροί παράγοντες ασφάλειας. Ένα παιδί, µικρό ή µεγάλο, χρειάζεται µια αίσθηση σταθερότητας για να µπορέσει να επεξεργαστεί όσα συµβαίνουν. Χρειάζεται αλήθεια προσαρµοσµένη στην ηλικία του, χώρο για συναισθήµατα χωρίς πίεση και την βεβαιότητα ότι οι ενήλικες µπορούν να αντέξουν την ιστορία του.
Η υποστήριξη δεν απαιτεί εξιδανικευµένες απαντήσεις, αλλά παρουσία, ειλικρίνεια προσαρµοσµένη στην ηλικία και σταθερότητα. Όταν το παιδί νιώσει πως µπορεί να εκφράσει όσα βιώνει χωρίς να προστατεύει τους άλλους, τότε η απώλεια, όσο επίπονη κι αν είναι, µετατρέπεται σε εµπειρία που µπορεί τελικά να ενισχύσει την ανθεκτικότητά του. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, το παιδί, σε κάθε αναπτυξιακό στάδιο, µαθαίνει κάτι βαθύτερο για τον εαυτό του, για τις σχέσεις και για τη ζωή.



